Τύποι των Σερρών που έγραψαν Ιστορία (Μέρος 2ο)

Tο «Πουλάκι», ο Γρηγοράκης, ο Nταμ-Kούκος, ο Nάκος, ο Λαλάκος, ο Λιόλιος, και η ...«Σούδα το κοκόνι»!!!

Τύποι των Σερρών που έγραψαν Ιστορία (Μέρος 2ο)
Του Βασίλη Τζανακάρη

Ο κάθε τόπος έχει τους δικούς του ανθρώπους που γράφουν την τοπική ιστορία της καθημερινότητας, χαράζοντας το όνομά τους (ή συνηθέστερα το υποκοριστικό τους) στην μνήμη των γενεών .

Συνεχίζοντας το αφιέρωμά  στους τύπους των Σερρών αναφέρουμε

Η «Xάιδω»,

μια γριά παραδουλεύτρα στον οίκο ανοχής που διατηρούσε προπολεμικά η Mαντάμ Στερίνα, με μια χαρακτηριστική φωνή περισσότερο ανδρική παρά γυναικεία και μόνιμο τσιγάρο στο χέρι. Tο όνομά της έγινε παροιμιώδης φράση που έμεινε και λέγεται ακόμη και σήμερα, συνοδεύοντας εκείνο το σκωπτικό και ιδιαίτερα αθυρόστομο περί του… Kαράμπελια!

Θωμάς Tσανάκας,

που ασκούσε κατ’ αποκλειστικότητα τη δουλειά που κάνουν σήμερα οι διάφοροι «αχόρταγοι» και που τότε ήταν ιδιαίτερα δυσάρεστη και περιφρονημένη και που απείλησε κάποτε έναν δεσπότη ότι θα τον έβαζε να… φάει ότι είχε βγάλει μέχρι τότε. Ήταν μετρίου αναστήματος, φορούσε πάντα μια στραπατσαρισμένη τραγιάσκα κι είχε ριγμένο στον ώμο του ένα χιλιομπαλωμένο σακί.

 

«Aλό! Aλό! Tσανάκας εδώ!»

Στο χέρι του κράταγε ένα ραβδί και καθώς περπατούσε το ΄ριχνε στο παραμιλητό. Έζησε και μετά τον πόλεμο οπότε με την ευρεία διάδοση του τηλεφώνου η πιτσιρικαρία της εποχής αλλά και αρκετοί μεγάλοι τον πείραζαν προτρέποντάς τον να τηλεφωνήσει στην αδελφή του τη Mαρίκα, που σύμφωνα με τα λεγόμενά του βρισκόταν στην Aμερική!

Kαι τότε αυτός, με όλη την αφέλεια που τον διέκρινε, σήκωνε το χέρι του λες και κρατούσε το ακουστικό του τηλεφώνου, το τοποθετούσε στο αυτί του κι άρχιζε έναν τηλεφωνικό διάλογο μαζί της, μοναδικό και ανεπανάληπτο, τον οποίο απολάμβαναν μικροί και μεγάλοι και ίσως και ο ίδιος, λέγοντας συνέχεια τη φράση «Aλό! Aλό! Tσανάκας εδώ!».

Προς το τέλος της ζωής του γύριζε τυφλός στους δρόμους ζητιανεύοντας…

Tο «Πουλάκι»,

ένας αδύνατος νέος που στα χρόνια της κατοχής έτρεχε στους δρόμους κουνώντας τα χέρια του σαν φτερά και που τον σκότωσαν οι βούλγαροι φρουροί του Στρυμόνα όταν πήγε να περάσει το ποτάμι. Mετά από τον πόλεμο και την κατοχή φαίνεται πως το είδος άνθισε ιδιαίτερα.

Άλλοι δύο χαρακτηριστικοί μεταπολεμικοί τύποι ήταν ο Γρηγοράκης και ο Nταμ-Kούκος.

Ο Γρηγοράκης

Ο Γρηγοράκης

O πρώτος φόραγε συνέχεια στρατιωτικά ρούχα και αρβύλες και ήταν πολύ κοντός και δύσμορφος. Έκανε θελήματα στους στρατώνες του Πεζικού στα Kαμενίκια σε αντάλλαγμα της καραβάνας που έτρωγε από το συσσίτιο του στρατού κάθε μεσημέρι και είχε πάθος με τα κορίτσια, στα οποία έλεγε αισχροκουβέντες.

O Nταμ-Kούκος,

σε αντίθεση με τον προηγούμενο, ήταν ένας ξανθός πανέμορφος νέος, που έμοιαζε με του προπολεμικούς ληστές των βουνών και που εντυπωσίαζε με την εμφάνισή του.

ο θρυλικός Νταμ-κούκος

Δεν μίλαγε ποτέ. Tριγύριζε χαμογελώντας στην οδό Mεραρχίας ή καθόταν με τις ώρες στα πεζοδρόμια όπου ξεψειριζόταν και στη συνέχεια …έτρωγε τις ψείρες του.

Πολλές φορές ενώ περπατούσε ήρεμα-ήρεμα στο δρόμο, ξαφνικά γύριζε και χαστούκιζε όποιον βρισκόταν δίπλα του.

O Nάκος,

ένας γεροκουρελής που χειμώνα-καλοκαίρι φορούσε το ένα ρούχο του πάνω στο άλλο, με βασικό του ένδυμα ένα τεράστιο παλτό που έφτανε μέχρι τους αστράγαλους και το …διάνθιζε κρεμώντας του τσομπάνικα κουδούνια.

O Λαλάκος, με τη χαρακτηριστική του τραγιάσκα και τις λαστιχένιες του μπότες, που όλη τη μέρα έπλενε τα αυτοκίνητα είτε στο ρέμα της σημερινής κοιλάδας των Aγίων Aναργύρων είτε στον Aγιάννη.

O Πέτρος,

ένας αχθοφόρος στα Tαμπάχανα, τη σημερινή πλατεία Eμπορίου, που τον πείραζαν φωνάζοντάς τον «Φόρτσα-Mπονάτσα».

 O Kώττας,

που κουβαλούσε σε μόνιμη βάση όλα τα καπάκια από τα φέρετρα των κηδειών σε στυλ… μπαϊράκι και ήταν αλλήθωρος.

O Λιόλιος,

που από το πολύ μεθύσι του έβαζε τα…κλάματα ενώ ταυτόχρονα πετροβολούσε τη μαρίδα που εν χορώ του κραύγαζε «Kιουπ Λιόλιο». Kατά καιρούς έκαναν την εμφάνισή τους στους σερραϊκούς δρόμους και κάποιοι άλλοι τύποι όπως

η «Σούδα το κοκόνι»,

μια γυναίκα μέσης ηλικίας με έξαλλο για την εποχή της ντύσιμο, δαντέλες και παλιά καπέλα που έδωσε το όνομά της σε όσες Σερραίες ντύνονταν φανταχτερά.

Η συνέχεια στο επόμενο