«Το Ξανθό Γένος» μεταμορφώθηκε σε «Θείο Σαμ»

«Το Ξανθό Γένος» μεταμορφώθηκε σε «Θείο Σαμ»

Το 2011 η λεγόμενη αραβική «άνοιξη» έφτασε στη Συρία. Με την παρέμβαση του ΝΑΤΟ και των συμμάχων του όπως το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και άλλες μοναρχίες του περσικού κόλπου, διάφορες και ετερόκλητες πολιτικά ομάδες συσπειρώθηκαν ενάντια στο συριακό καθεστώς του Μπασάρ Αλ Άσαντ, συγκροτώντας την περίφημη συριακή αντιπολίτευση.

Του Γιάννη Χουβαρδά [Πολιτικός Επιστήμονας]

Η εξέγερση ξεκίνησε από το νότο και γρήγορα εξελίχτηκε σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που αγκάλιασε ολόκληρη τη χώρα.

Από την αρχή της κρίσης στη Συρία το ΝΑΤΟ χρηματοδοτεί, εξοπλίζει, εκπαιδεύει και συντονίζει τη συριακή αντιπολίτευση, ευελπιστώντας πως η τελευταία θα ανατρέψει το απεχθές συριακό καθεστώς.

Η συριακή, όμως, αντιπολίτευση απαρτίζεται κυρίως από ομάδες που ανήκουν στην ιδεολογία του «ριζοσπαστικού» Ισλάμ και σε λιγότερο κοσμικές δυνάμεις. Εξαιτίας της χαμηλής κοινωνικής απήχησης αλλά και της πιο μετριοπαθούς στάσης των κοσμικών δυνάμεων απέναντι στην κυβέρνηση, οι οργανώσεις του «ριζοσπαστικού» ισλάμ αναδείχτηκαν σε πιο αξιόπιστο εταίρο του ΝΑΤΟ ως προς το στόχο ανατροπής του Άσαντ.

Οι κοσμικές δυνάμεις περιορίστηκαν και σε μεγάλο βαθμό αποσύρθηκαν από την εξέγερση.

Η τελευταία πέρασε στα χέρια ισλαμιστικών ομάδων, όπως οι «μετριοπαθείς» τζιχαντιστικές συμμορίες που κυριάρχησαν στο εσωτερικό του «ελεύθερου συριακού στρατού» (FSA), το Μέτωπο Αλ Νούσρα, η τοπική έκφραση της Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό κράτος.

Η ανάδειξη των τζιχαντιστών σε παράγοντα ικανό να συγκροτεί κρατικές δομές και ναι διαλύει κράτη όπως της Συρίας και του Ιράκ, συντελέστηκε με τη σιωπηλή αλλά ποικιλόμορφη στήριξη των ηγετικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ, σε συνεργασία με την πρακτική παροχή βοήθειας που προσέφεραν η Τουρκία με τις «πετρελαιομοναρχίες» του περσικού κόλπου.

Στην πορεία και αφού αξιοποίησαν στο έπακρο τη στήριξη που τους παρείχαν οι διεθνείς «εταίροι» τους, αρκετές εξτρεμιστικές οργανώσεις αυτονομήθηκαν από αυτούς. Παζάρεψαν από ισχυρότερες θέσεις το ρόλο τους με τους «δημιουργούς» τους, φτάνοντας ακόμη και στο σημείο να τους επιτεθούν. Έδωσαν έτσι το τέλειο άλλοθι στο ΝΑΤΟ να βαφτίσει «μετριοπαθείς» τους καλύτερα ελεγχόμενους από το ίδιο ισλαμιστές και να επέμβει ενεργότερα στρατιωτικά στην περιοχή.

Πάντα στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και της παγκόσμιας ασφάλειας.

Παράλληλα, όπως αποκάλυψαν διάφορα γεγονότα, με κορυφαίο την περίπτωση ανακατάληψης  της Παλμύρας από το ισλαμικό κράτος την ώρα που ο συριακός στρατός ετοιμαζόταν να ανακαταλάβει το Χαλέπι, η συνεννόηση μεταξύ ΝΑΤΟ και τζιχαντιστών δε σταμάτησε ποτέ.

Ποιος ξέρει; ‘Iσως ένα “σοβαρότερο Ισλαμικό κράτος” να μπορούσε να συμβάλλει στα νατοϊκά σχέδια για την πολιτικά στέρεη οικονομική ανάπτυξη της περιοχής.

Το Σεπτέμβριο του 2015 η κυβέρνηση της Ρωσίας, αποφάσισε την στρατιωτική εμπλοκή της στο συριακό εμφύλιο. Σκοπός της, όπως επισήμως ανακοινώθηκε, ήταν η εξολόθρευση τρομοκρατικών οργανώσεων σαν το Ισλαμικό Κράτος και την Αλ Κάιντα, μέσω της στήριξης του καθεστώτος του Άσαντ.

Η συγκεκριμένη απόφαση του πρόεδρου Πούτιν οδήγησε σε όξυνση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Ρωσία και το ΝΑΤΟ.

Ιδιαίτερο κομμάτι αυτής της αντιπαράθεσης, αποτέλεσε η κόντρα Ρωσίας – Τουρκίας.

Η Τουρκική κυβέρνηση ακολουθεί από την εκλογή του Ερντογάν το «νέο οθωμανικό» δόγμα. Δηλαδή προσπαθεί να εντάξει στην επιρροή της, τους σουνιτικούς ισλαμικούς πληθυσμούς που κατοικούν στα εδάφη της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και ευρύτερα. Σκοπός της είναι να διαμορφωθεί σε κυρίαρχη δύναμη του ισλαμικού σουνιτικού κόσμου και να μετατραπεί από περιφερειακή σε παγκόσμια δύναμη.

Σε αυτά τα πλαίσια πρωταγωνίστησε στη στήριξη της συριακής ισλαμικής αντιπολίτευσης.

Η επιδίωξη της ήταν την επομένη μέρα της ανατροπής του συριακού καθεστώτος, να αναλάβει ενεργότερο ρόλο στην οικονομική και πολιτική ζωή της Συρίας, εποφθαλμιώντας στην ουσιαστική ή ακόμη και τυπική κυριαρχία της στο Χαλέπι.

Οι στρατιωτικές όμως επιχειρήσεις της Ρωσίας στο συριακό εμφύλιο έφεραν νέα δεδομένα. Ο συριακός στρατός κάτω από την κάλυψη των ρωσικών βομβαρδισμών άρχισε αργά αλλά σταθερά να απελευθερώνει περιοχές που κατείχε η αντιπολίτευση, ιδιαίτερα αυτή που καλείται «μετριοπαθής», προκαλώντας εκνευρισμό στο ΝΑΤΟ και την Τουρκία.

Καρπός αυτού του «εκνευρισμού» ήταν η κατάρριψη από την τουρκική αεροπορία, ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους, το Νοέμβριο του 2015.

Δεν ξέρουμε ακόμα αν η ενέργεια αυτή ήταν σε συνεννόηση με τις ισχυρές δυνάμεις του ΝΑΤΟ, ή προσπάθεια της Άγκυρας να εκβιάσει επεισόδιο Ρωσίας – ΝΑΤΟ με σκοπό να σταματήσει τη ρωσική εμπλοκή. Το τελευταίο τελικά δεν έγινε εφικτό, η ρωσική επέμβαση συνεχίστηκε, ενώ οι σχέσεις Ρωσίας – Τουρκίας γνώρισαν ραγδαία επιδείνωση.

Ορισμένοι οικονομικοί και πολιτικοί κύκλοι στη χώρα μας αγκάλιασαν θερμά τις κινήσεις του προέδρου Πούτιν. Πρόκειται για ελληνικούς παράγοντες οι οποίοι έχουν ταυτίσει σε μεγάλο βαθμό την οικονομική και πολιτική τους ευημερία με τα ρωσικά συμφέροντα.

Με πολύ έντεχνο τρόπο διάφοροι μηχανισμοί στους οποίους παρεμβαίνουν, συνέδεσαν τις κινήσεις της Ρωσίας με παλαιούς μύθους για τον «αδερφό ομόδοξο λαό που θέλει την ευημερία των Ελλήνων αδερφών», με προφητείες από το Άγιον Όρος «για στρατιωτική νίκη της Ρωσίας επί της Τουρκίας και την παράδοσης της Πόλης στην Ελλάδα», με «έγκυρες» σύγχρονες αναλύσεις ότι μια ισχυρή Ρωσία αποτελεί “θεματοφύλακα του διεθνούς δικαίου και εγγυητή της παγκόσμιας ασφάλειας απέναντι στην ισλαμική τρομοκρατία”.

Είναι προφανές ότι όλοι όσοι αποφάσισαν για δικό τους όφελος να συνταχθούν εξολοκλήρου ή μερικώς με το ρωσικό παράγοντα, σε συνάρτηση και με τη σχέση που έχουν με κέντρα στις Η.Π.Α, ή στις χώρες της Ε.Ε, παίζουν το δικό τους παιχνίδι, με σκοπό να σύρουν κομμάτι του ελληνικού λαού στις επιδιώξεις τους.

Δηλαδή είτε να τραβηχτεί η χώρα σε συμμαχία με τη Ρωσία εκτός ΝΑΤΟ και Ε.Ε, είτε να υπάρξει περεταίρω σύσφιξη των ελληνορωσικών σχέσεων για να αναβαθμίσει η χώρα το ρόλο της στα πλαίσια όμως του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε.

Το φιλορωσικό αφήγημα βρίσκει ιδιαίτερη ανταπόκριση στην Αν. Μακεδονία και Θράκη.

Έχει απήχηση σε ασθενή οικονομικά, εξαντλημένα ψυχολογικά και εξοργισμένα με την πολιτική των Η.Π.Α και της Γερμανίας τμήματα, της κοινωνίας.

Η φιλοσοφία του μπορούμε να πούμε πως συμπυκνώνεται στο εξής: «Τα βάσανα των πολιτών θα ξεπεραστούν με τη συνέχιση της υποστήριξης στις ιδιωτικές επενδύσεις, συσφίγγοντας όμως περισσότερο τους δεσμούς του ελληνικού με το ρωσικό κράτος».

Ωστόσο η πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων έρχεται να εκθέσει άμεσα τους υποστηρικτές του φιλορωσικού αφηγήματος.

Η προέλαση του συριακού στρατού στη Συρία και η έλλειψη διάθεσης των «μετριοπαθών» ανταρτών να συγκρουστούν με το Ισλαμικό Κράτος, προκαλούν την ενεργότερη εμπλοκή των Η.Π.Α.

Οι τελευταίες βλέποντας τις απανωτές ήττες της «μετριοπαθούς» αντιπολίτευσης και την όλο και μεγαλύτερη τζιχαντιστοποίηση της, αντιλαμβάνονται ότι εγκλωβίζονται μεταξύ Άσαντ και τζιχαντιστών.

Έτσι αποφασίζουν να ξαναανακατέψουν την τράπουλα ενισχύοντας τον ρόλο των Κούρδων στην περιοχή.

Οι Κούρδοι ήδη από τη θρυλική μάχη στο Κομπάνι είχαν αναδειχτεί στον πιο αξιόπιστο σύμμαχο όσων θέλουν να πολεμήσουν την τρομοκρατία στην περιοχή. Έχοντας κρατήσει ουδέτερη στάση στο συριακό εμφύλιο, εκμεταλλεύτηκαν την απουσία του συριακού κράτους για να συγκροτήσουν δικές τους κρατικές δομές  στη βόρεια Συρία (Ροζάβα). Παράλληλα συμμαχούν με οποιονδήποτε είναι διαθέσιμος να συμβάλλει στην εκκαθάριση της Ροζάβα από την κάθε είδους τζιχαντιστική απειλή.

Οι Κούρδοι με την καθοδήγηση των Η.Π.Α, ενώνονται με διάφορες αραβικές και τουρκομανικές ομάδες της βόρειας Συρίας και συγκροτούν της Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF). Η εντολή που έχουν είναι να κατευθυνθούν προς τη Ράκκα, de facto πρωτεύουσα του ισλαμικού κράτους.

Η στροφή των Η.Π.Α στους Κούρδους προκαλεί πανικό στην Τουρκία η οποία τρέμει την δημιουργία αυτόνομης κουρδικής ζώνης στα σύνορα της.

Αντίθεση στον ελιγμό αυτό της Ουάσιγκτον εκφράζουν για τους δικούς τους λόγους και οι μοναρχίες του κόλπου.

Τουρκία και πετρελαιμοναρχίες αρχικά πιέζουν και προσπαθούν να εκβιάσουν ενεργότερη στρατιωτική εμπλοκή του ΝΑΤΟ. Στόχος αυτών των κινήσεων είναι η Ρωσία να εξαναγκαστεί σε συμβιβασμό για αποχώρηση του Άσαντ από την εξουσία. Με αυτόν τον τρόπο θα κεφαλαιοποιούσαν, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, τις επενδύσεις τους στη Συριακή κρίση.

Εφόσον δε συμβαίνει αυτό αρχίζουν να αυτονομούν την πολιτική τους στη Συρία από τα αμερικανονατοϊκά σχέδια.

Σταδιακά προσεγγίζουν τη Ρωσία, η οποία με τη σειρά της γνωρίζει ότι χωρίς ρήγμα στο νατοϊκό στρατόπεδο και κάποιο συμβιβασμό με ορισμένα από τα κύρια στηρίγματα της συριακής αντιπολίτευσης, νίκη σε αυτόν τον πόλεμο δεν μπορεί να υπάρξει.

Με τον ερχομό του καλοκαιριού του 2016 Ρωσία και Τουρκία σταθερά προσεγγίζουν η μία την άλλη. Η Τουρκία συμφωνεί στο Ρωσικό αγωγό αερίου Turkish stream, παραχωρεί σε ρωσικά συμφέροντα πυρηνικά εργοστάσια στις τουρκικές ακτές της Μεσογείου, ενώ ο πρόεδρος Ερντογάν αποστέλλει στον πρόεδρο Πούτιν επιστολή στην οποία ζητά συγγνώμη για την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους. Παράλληλα, Η.Π.Α και Ε.Ε δείχνουν φανερά προβληματισμένες από την απρόβλεπτη τουρκική εξωτερική πολιτική.

Στο εσωτερικό των Η.Π.Α, ήδη από την Άνοιξη, εμφανίζονται δημοσιεύματα για την ανάγκη ανατροπής του Ερντογάν.

Τελικά στις 15 Ιουλίου εκδηλώνεται από τμήματα του τουρκικού στρατού πραξικόπημα, το οποίο όμως αποτυγχάνει λόγο προειδοποίησης που πήρε ο Τούρκος πρόεδρος από το Κρεμλίνο μέσω Τεχεράνης.

Από εκείνη τη στιγμή τα γεγονότα επιταχύνονται ακόμα περισσότερο.

  • Η Τουρκία εισβάλλει στη Συρία με πρόσχημα το Ισλαμικό κράτος, για να αποτρέψει τη δημιουργία κουρδικού κράτους στο Βορρά.
  • Οι Κούρδοι με τις ευλογίες των Η.Π.Α ξεκινάνε για την απελευθέρωση της Ράκκα.
  • Ο Άσαντ με τους Ρώσους πολιορκούν το ανατολικό Χαλέπι.
  • Το Ισλαμικό κράτος ανακαταλαμβάνει την Παλμύρα.
  • Ο Ρώσος πρέσβης δολοφονείται στην Άγκυρα.

Τελικά μετά από ένα «μεγάλο παζάρι» που διενεργήθηκε μεταξύ όλων των βασικών παικτών στη χώρα, καταλήξαμε στην τελευταία εύθραυστη και μάλλον προσωρινή εκεχειρία μεταξύ του καθεστώτος και όλων των ένοπλων οργανώσεων εκτός Ισλαμικού Κράτους και μετώπου Αλ Νούσρα. Εγγυήτριες χώρες της εκεχειρίας ανακηρύχθηκαν η Ρωσία, η Τουρκία και το Ιράν. Ενώ είχαμε συμφωνία και για έναρξη ειρηνευτικών συνομιλίων μεταξύ συριακής κυβέρνησης και συριακής αντιπολίτευσης στην Αστάνα του Καζακστάν.

Αξίζει σε αυτό το σημείο να καταγράψουμε στο μέχρι τώρα παζάρι στοιχεία που ξεχωρίζουν όπως:

  • Η ανακατάληψη του Χαλεπιού από το Συριακό στρατό.
  • Η de facto παραδοχή της διατήρησης του καθεστώτος Μπασάρ Αλ Άσαντ στην εξουσία.
  • Ο αποκλεισμός των Κούρδων από τις ειρηνευτικές συνομιλίες στην Αστάνα.
  • Η αεροπορική κάλυψη της Ρωσίας στην τουρκική επιχείρηση κατάληψης της πόλης Αλ Μπάμπ, από το Ισλαμικό Κράτος.
  • Η πώληση κατά 19,5% της μεγαλύτερης ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Rosneft στη  Glencore και το κρατικό επενδυτικό ταμείο του Κατάρ (Qatar Investment Authority, QIA) η οποία και δημιουργεί σοβαρή ενεργειακή σχέση μεταξύ Μόσχας και Ντόχας

Τελικά όχι μόνο δεν είχαμε σύγκρουση Ρωσίας – Τουρκίας αλλά αντίθετα έχουμε (για την ώρα) προώθηση της διμερούς συνεργασίας.

Οι Ρώσοι για να διασφαλίσουν τα συμφέροντα τους στην περιοχή απέδειξαν ότι δεν έχουν κανένα πρόβλημα να κρεμάσουν τους Κούρδους που πρωταγωνιστούν στην πάλη ενάντια στο ισλαμικό κράτος και άλλους τζιχαντιστές.

Απέδειξαν πως και αυτοί παίζουν το παιχνίδι με τον καλό και τον κακό τζιχαντιστή. Αφού χαρακτηρίζουν μετριοπαθείς, εξτρεμιστές ισλαμιστές που δρούνε στο εσωτερικό του FSA, βολιδοσκοπώντας κάποιο συμβιβασμό μαζί τους και επιφυλάσσοντας τους μέλλον στα τεκτενώμενα της Συρίας (είναι οι ίδιες συμμορίες που είχαν απαγορέψει τον εορτασμό των Χριστουγέννων όταν κατείχαν το Χαλέπι).

Απέδειξαν ότι για να αναδιαμορφώσουν συμμαχίες προς όφελος τους μπορούν να αναπτύξουν ακόμη και στρατιωτική συνεργασία με την ισλαμική και δικτατορίζουσα τουρκική κυβέρνηση, που όπως και οι ίδιοι απέδειξαν το 2015 έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ενδυνάμωση του Ισλαμικού κράτους και άλλων τζιχαντιστικών ομάδων.

Τελικά απέδειξαν ότι μπορούν να δράσουν με τρόπο παρόμοιο με αυτόν με τον οποίο δρουν οι αντίπαλοι συνάδελφοι τους στο ΝΑΤΟ, ακριβώς γιατί τα κίνητρα τους είναι ίδια με του ΝΑΤΟ.

Όχι οι Ρώσοι, όπως και το ΝΑΤΟ, δεν ενεπλάκησαν στη Συρία ούτε για να πατάξουν την ισλαμική τρομοκρατία, ούτε για να προστατέψουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να περισώσουν διωκόμενους πληθυσμούς από τη βαρβαρότητα του πολέμου.

Ενεπλάκησαν για να μην επιτρέψουν στο ΝΑΤΟ να τους στερήσει τη μοναδική βάση που διαθέτουν στη Μεσόγειο, στο συριακό λιμάνι της Ταρτούς.

Για να ματαιώσουν τα σχέδια δημιουργίας ενεργειακών δρόμων που θα παρακάμπτουν τη Ρωσία και θα ανεξαρτητοποιούν ενεργειακά την Ε.Ε. από το ρωσικό αέριο. Αλλά και για να διασφαλίσουν πως ο σύγχρονος εμπορικός, τηλεπικοινωνιακός και ενεργειακός «δρόμος του μεταξιού» που θα συνδέει την Ευρώπη με την Ασία και που ετοιμάζουν από κοινού με την Κίνα, δεν πρόκειται να ματαιωθεί  στη Συρία.

Φυσικά οι Ρώσοι προκειμένου να διευκολύνουν τη στρατηγική τους αξιοποιούν το θρησκευτικό, το πολιτικό και το ιδεολογικό συναίσθημα των λαών που τους ενδιαφέρει. Όπως άλλωστε κάνει και το ΝΑΤΟ.

Έτσι η Ρωσία και οι σύμμαχοι που διαθέτει σε κάθε χώρα προσαρμόζουν την προπαγάνδα τους ανάλογα με το ακροατήριο στο οποίο απευθύνονται κάθε φορά.

Το ρωσικό κράτος προβάλλεται πότε σαν αντιιμπεριαλιστής που πάει κόντρα στις Η.Π.Α, πότε σαν κληρονόμος της αντιφασιστικής πάλης της ΕΣΣΔ, πότε σαν εγγυητής της παγκόσμιας ασφάλειας και πότε σαν προστάτης των χριστιανικών πληθυσμών.

Στην Ελλάδα για ιστορικούς λόγους το ρωσικό αφήγημα τα αναμασά όλα αυτά.

Μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι αντιθέσεις συμφερόντων ανάμεσα σε παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις διαρκώς κλιμακώνονται και οι διάφορες συμμαχίες και συμφωνίες μοιάζουν προσωρινές και εύθραυστες, κανένας δε μπορεί να προδικάσει το πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα στον πλανήτη. Πόσο μάλλον τη στιγμή που η παγκόσμια υπερδύναμη των Η.Π.Α βρίσκεται εν αναμονή της νέας κυβέρνησης Τραμπ.

Αυτό για το οποίο όμως μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι πως η εξωτερική πολιτική των χωρών στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, δε βασίζεται ούτε στην πεποίθηση περί απόδοσης διεθνούς δικαιοσύνης, ούτε σε θρησκευτικές, εθνικές και ιδεολογικές συμπάθειες.

Αντίθετα χρησιμοποιεί όλα τα παραπάνω για να προωθήσει τις πραγματικές της επιδιώξεις.

Αυτές δεν είναι άλλες από τον κυριαρχία των εταιρειών της στις αγορές, στις πλουτοπαραγωγικές πηγές και στις μεταφορικές οδούς του πλανήτη και η αντίστοιχη αποδυνάμωση των ανταγωνιστών τους.

Καμία ιμπεριαλιστική δύναμη δεν πρόκειται να βοηθήσει κανέναν λαό, επειδή θέλει να φέρεται δίκαια  ή επειδή έχει μαζί του κάποια πολιτιστική ή άλλη συγγένεια, αντίθετα θα του ρουφήξει και το μεδούλι για τα συμφέροντα της.

Τα εκατομμύρια των εκτοπισμένων σε όλο τον κόσμο, οι εκατόμβες νεκρών και τραυματιών από τον πόλεμο, οι αμέτρητοι πεινασμένοι στη χώρα μας και διεθνώς στο βωμό της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη για την παραπάνω αλήθεια.

Αυτό το βασικό συμπέρασμα δεν πρέπει να ξεχνά ο λαός μας, σε μια συγκυρία που όλος ο πλανήτης βρίσκεται σε κομφούζιο και η κατάσταση σε Αιγαίο, Κύπρο και Θράκη μυρίζει μπαρούτι.

Χουβαρδάς Γιάννης – Πολιτικός Επιστήμονας